δέσποτις

δέσποτ-ις, ,
A = δέσποινα, voc.

δεσπότι Limen.39

; acc.

δεσπότιν S.Tr.407

, El.597, E.Med.17, Pl.Ti.34c, Epicur.Ep.3p.65U.; gen.

δεσπότιδος POxy.48.7

(i A. D.); dat.

δεσπότιδι AP160.8

(Antip. Sid.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δεσπότις — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσπότις — η βλ. δεσπότης …   Dictionary of Greek

  • δεσπότι — δεσπότις fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσπότιδας — δεσπότις fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσπότιδες — δεσπότις fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσπότιδι — δεσπότις fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσπότιδος — δεσπότις fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσπότιν — δεσπότις fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσπότισι — δεσπότις fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσπότης — Ο κύριος του οίκου, ο οικοδεσπότης, ο αφέντης, ο απόλυτος κύριος και συνεκδοχικά ο βασιλιάς, ο τύραννος· επίσης ο επίσκοπος: «τον δεσπότην και αρχιερέα ημών Κύριε φύλαττε εις πολλά έτη». Στην αρχαιότητα, ο όρος αναφερόταν στον κύριο του σπιτιού,… …   Dictionary of Greek

  • Rote Halle — Rote Halle, Südseite Die Rote Halle (türkisch Kızıl Avlu), auch Rote Basilika, Serapistempel oder Tempel der ägyptischen Götter genannt, ist die Ruine eines 60 × 26 Meter großen Backsteingebäudes von über 20 Meter Höhe am …   Deutsch Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.